Η επιρροή των γονιών στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών

Η επιρροή των γονιών στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών

Κάποιοι ίσως φαντάζονται ότι το να είσαι γονιός σημαίνει να αλλάζεις πάνες, να ταΐζεις ή να κυνηγάς το παιδί μέσα στο σούπερ μάρκετ. Η ανατροφή των παιδιών όμως, υπερβαίνει κατά πολύ την κάλυψη των βασικών αναγκών επιβίωσης γιατί περιλαμβάνει την κρίσιμη επιρροή των γονιών στη συναισθηματική ανάπτυξή τους. Η συναισθηματική ανάπτυξη θεωρείται κρίσιμη γιατί θα επηρεάσει τόσο την παιδική ηλικία όσο και τη μετέπειτα ζωή των παιδιών!

Με ποιο τρόπο επιδρούν οι γονείς στη συναισθηματική ανάπτυξη;

Μερικές φορές, απλά η σωματική παρουσία δεν είναι αρκετή για να εγγυηθεί την υγιή συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Οι γονείς που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, αλλά δεν επενδύουν ή ανταποκρίνονται συναισθηματικά, τείνουν να ανατρέφουν παιδιά που βιώνουν αρνητικά συναισθήματα (πχ. λύπη, ανησυχία) και ασχολούνται λιγότερο με το παιχνίδι και τις δραστηριότητές τους. Έρευνες έδειξαν ότι η συναισθηματική εμπλοκή των γονιών έχει πραγματική σημασία και επηρεάζει τη συναισθηματική επάρκεια των παιδιών, τον τρόπο που διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και το πώς αλληλεπιδρούν με τους γύρω τους.

Η ποιότητα της σχέσης των γονιών με τα παιδιά, ο τρόπος αλληλεπίδρασης και η ασφάλεια που δημιουργούν οι γονείς, προβλέπουν αργότερα τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Μελέτες δείχνουν πως όταν όλα τα παραπάνω παίρνουν αρνητικό πρόσημο, είναι πολύ πιθανό τα παιδιά να αναπτύξουν συναισθηματικές διαταραχές και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, είναι το πόση ζεστασιά εισπράττουν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Έρευνες έδειξαν πως μητέρες με κατάθλιψη θέτουν σε κίνδυνο τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Δεδομένου πως οι καταθλιπτικές μητέρες είναι πιθανό να είναι αδιάφορες απέναντι στα παιδιά τους, τα εκθέτουν σε λιγότερες κοινωνικές καταστάσεις και γενικά παρέχουν λιγότερα ερεθίσματα θέτοντας τα παιδιά σε μειονεκτική θέση στην επίτευξη μιας υγιούς συναισθηματικής ανάπτυξης. Χωρίς την επικοινωνία με τους γονείς και χωρίς τη συμμετοχή τους, τα παιδιά δεν ξέρουν πώς να είναι κοινωνικά και πώς να σχετίζονται με τους γύρω τους.

Από την άλλη πλευρά, οι γονείς που δείχνουν και εκφράζουν συναισθήματα ζεστασιάς, αγάπης και φροντίδας, βοηθούν το παιδί να αναπτύξει ένα υψηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης και το προστατεύουν από πολλούς κινδύνους που μπορούν να απειλήσουν τη συναισθηματική του υγεία. Έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά αισθάνονται καλύτερα με τον εαυτό τους όταν οι γονείς ενδιαφέρονται για τη ζωή τους και για τα πράγματα που κάνουν. Ο τρόπος που συμπεριφέρεται και εκφράζεται ο γονιός στο παιδί, παίζει μεγάλο ρόλο στο συναισθήματα που θα αναπτύξει και στην εικόνα που θα δημιουργήσει για τον εαυτό του, και από τη στιγμή που θα το πράξει, είναι πολύ δύσκολο να πεισθεί για το αντίθετο.

Επιπλέον, το πώς οι γονείς αντιμετωπίζουν τα συναισθήματα των παιδιών και το πώς ανταποκρίνονται σε αυτά, επηρεάζει το πόσο εκδηλωτικά θα είναι τα παιδιά με αυτά που νιώθουν. Όταν οι γονείς αντιδρούν επικριτικά ή όταν υποτιμούν τα αρνητικά συναισθήματα του παιδιού όπως τη θλίψη και τον θυμό, τότε το παιδί μπορεί να γίνει πιο επιρρεπές σε αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και να μην μπορεί να τα αντιμετωπίσει. Αντίθετα, όταν οι γονείς καθοδηγούν και βοηθούν το παιδί να βρει τρόπους να εκφράζει με έναν υγιή τρόπο τα συναισθήματά του, τότε μπορεί να διαχειριστεί τις αντιδράσεις του απέναντι σε προκλήσεις και να ενισχύσει και άλλου είδους ικανότητες όπως σχολικές και κοινωνικές.

Εκτός όμως από το να είναι σε θέση να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, οι γονείς μαθαίνουν στα παιδιά να προσδιορίζουν, να κατανοούν και να ασχολούνται με τα συναισθήματα των γύρω τους. Οι γονείς είναι το πρότυπο για το πώς να παρηγορούν κάποιον που κλαίει, ή πώς να ανταποδίδουν το χαμόγελο σε κάποιον που χαμογελά.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

Προκειμένου τα παιδιά να αναπτυχθούν συναισθηματικά με έναν υγιή τρόπο, είναι σημαντικό να εισπράττουν το ενδιαφέρον των γονιών τους, τη ζεστασιά και την ανταπόκριση σε αυτά που νιώθουν. Όταν τα παιδιά έχουν όλα τα παραπάνω, εισπράττουν μια αίσθηση ασφάλειας, ελέγχου και εμπιστοσύνης στο γύρω περιβάλλον τους. Επίσης, αυξάνουν την αυτοεκτίμησή τους και αυτό με τη σειρά του επιτρέπει τις καλές κοινωνικές σχέσεις με τους άλλους. Είναι δύσκολο για τα παιδιά να κάνουν φίλους όταν δεν τους αρέσει ο εαυτός τους, αλλά και είναι δύσκολο να γίνουν αποδεχτά από τους άλλους όταν δεν αποδέχονται τα ίδια τα παιδιά τον εαυτό τους.

Οι γονείς που εκφράζουν τα συναισθήματά τους, είναι πιο πιθανό να έχουν παιδιά με αυτό το χαρακτηριστικό. Η ενσυναίσθηση, η κατανόηση και η συμπόνια είναι βασικά χαρακτηριστικά της αλληλεπίδρασης με τους άλλους ανθρώπους. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία με την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούν να κατανοούν καλύτερα τα συναισθήματα των γύρω τους.

Τα παιδιά αναζητούν τους γονείς ως μοντέλα συμπεριφοράς στις κοινωνικές συναναστροφές και στις συναισθηματικές τους αντιδράσεις. Δεν κοιτούν μόνο το πώς συμπεριφέρονται και αισθάνονται οι γονείς τους, αλλά μαθαίνουν επίσης από την αλληλεπίδραση που έχουν μαζί τους. Μπορεί να υπάρξουν πολλοί άνθρωποι και γεγονότα τα οποία θα επηρεάσουν τον τρόπο ανάπτυξης των παιδιών τόσο συναισθηματικά όσο και κοινωνικά, ωστόσο οι γονείς είναι αυτοί που θα παίξουν τον μεγαλύτερο ρόλο.

Ο τρόπος που οι γονείς αντιμετωπίζουν και επικοινωνούν με τα παιδιά, τους δίνει μια ιδέα για το τι να περιμένουν από τον έξω κόσμο. Χωρίς την θετική επιρροή των γονιών, τα παιδιά δεν μπορούν αναπτυχθούν συναισθηματικά με έναν επωφελή τρόπο. Το υποστηρικτικό περιβάλλον, η θετική ανατροφοδότηση, τα πρότυπα υγιούς αλληλεπίδρασης και συμπεριφορών, θα βοηθήσουν τα παιδιά να εξελιχθούν σε σταθερούς συναισθηματικά ανθρώπους!

Ελένη Σίγκου για
Parentshelp.gr

Βιβλιογραφία:

Sheffield Morris, A., Silk, J. S., Steinberg, L., Myers, S. S., & Robinson, L. R. (2007). The Role of the Family Context in the Development of Emotional Regulation. Social Development, 16, 361-388.

Siegler, R., DeLoache, J., & Eisenberg, N. (2011). How Children Develop. (3rd ed.). New York: Worth Publishers.

Sroufe, L. A. (2001). From Infant Attachment to Promotion of Adolescent Autonomy: Prospective, Longitudinal Data on the Role of Parents in Development. In J. G. Borkowski, S. L. Ramey & M. Bristol-Power (Eds.), Parenting and the Child’s World: Influences on Academic, Intellectual, and Social-Emotional Development. Psychology Press.


Ποιοι γονείς έχουν επιθετικά παιδιά

Ποιοι γονείς έχουν επιθετικά παιδιά;

Έρευνες έχουν δείξει ότι η παιδική επιθετικότητα επηρεάζεται από την ψυχοδυναμική της οικογένειας…

Τι μπορεί όμως να κάνουν λανθασμένα οι γονείς που οδηγεί τελικά στην ανάπτυξη της επιθετικότητας;

1) Η εξελικτική ψυχολογία υποστηρίζει ότι οι γονείς που χρησιμοποιούν αυστηρές τιμωρίες έχουν επιθετικά παιδιά. Πολλοί είναι εκείνοι οι γονείς που σκέφτονται ότι μια αυστηρή τιμωρία για την επιθετική ενέργεια του παιδιού τους θα επενεργήσει κατασταλτικά και θα την μετριάσει. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Τα παιδιά που έχουν τιμωρηθεί συστηματικά για την επιθετικότητα τους είναι κατά κανόνα πιο επιθετικά από ό,τι είναι τα παιδιά που είχαν επιεικέστερη μεταχείριση. Αυτό συμβαίνει γιατί η τιμωρία προκαλεί έντονη εσωτερική θυμική αναστάτωση, γεγονός που προκαλεί περισσότερη επιθετικότητα. Επίσης, ο επιθετικός γονέας αποτελεί πρότυπο για μίμηση. Έτσι το παιδί εκδηλώνει μεγαλύτερη επιθετικότητα μιμούμενο τις επιθετικές ενέργειες του τιμωρητικού γονέα.

2) Οι γονείς που δείχνουν μεγάλη ανοχή στην επιθετικότητα του παιδιού και την αφήνουν ελεύθερα να εκδηλώνεται τελικά έχουν επιθετικά παιδιά. Οι γονείς που επιτρέπουν στο παιδί να εκφράζει ελεύθερα τις επιθετικές του διαθέσεις και προς τους ίδιους και προς τους άλλους (γιατί πιθανότατα πιστεύουν ότι η ελεύθερη έκφραση μιας αρνητικής διάθεσης έχει καθαρτικό και θεραπευτικό χαρακτήρα) έχουν επιθετικά παιδιά, γιατί η επιθετικότητα παράγει επιθετικότητα. Οι γονείς πρέπει να φροντίζουν να αποτρέπουν τη δημιουργία εκρηκτικών καταστάσεων και να αποτρέπουν διαμάχες και αντιδικίες μεταξύ των παιδιών, χωρίζοντάς τα πριν αρχίσουν οι διαπληκτισμοί. Όταν όμως εκδηλωθούν τέτοιες ενέργειες πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια –εκτός της αυστηρής τιμωρίας- να τις σταματήσουν το συντομότερο. Ο στοργικός γονέας μπορεί να επινοήσει ποικίλους τρόπους να καθησυχάσει το παιδί και να το επαναφέρει γρήγορα στην ηρεμία και την τάξη.

Πηγή: Ποιοι γονείς έχουν επιθετικά παιδιά; – iPaideia.gr


Η συναισθηματική υγεία του παιδιού και 8 τρόποι που την ευνοούν

Η συναισθηματική υγεία του παιδιού και 8 τρόποι που την ευνοούν

Γράφει ο Ψυχολόγος Γιάννης Ξηντάρας

Κάθε γονιός νοιάζεται για το παιδί του.

Θέλει το καλό του. Ενδιαφέρεται να είναι υγιές και ευτυχισμένο, ”να περνάει καλά”. Για τους λόγους αυτούς προσέχουμε τη διατροφή του, τη μόρφωσή του… γενικότερα ότι συντελεί στην ποιότητα της ζωής του.

Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να σταθούμε στα βασικά βήματα που ευνοούν την καλή συναισθηματική υγεία των παιδιών και πως οι γονείς θα μπορούσαν να τα βοηθήσουν σε αυτην την κατεύθυνση.

1. ΚΑΤΑΝΟΗΣΤΕ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΑΣ

Τα παιδιά χρειάζονται:
ΑΓΑΠΗ: Το πιο σημαντικό! Ζεστή, προσωπική επαφή και αληθινό ενδιαφέρον.
ΑΠΟΔΟΧΗ: Για το ποιά είναι ως ξεχωριστά άτομα
ΑΣΦΑΛΕΙΑ: Να γνωρίζουν ότι θα είστε δίπλα τους, εάν σας χρειαστούν.

2. ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΤΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥΣ

Τα παιδιά χρειάζονται να ξέρουν ότι εμπιστεύεστε τις ικανότητες τους. Αφήστε τα, για παράδειγμα, να τρώνε και να ντύνονται μόνα τους, χωρίς την δικιά σας βοήθεια, όσο το δυνατόν νωρίτερα θεωρείται ότι είναι ικανά να το κάνουν. Αφήστε να συμμετάσχουν στις καθημερινές δουλειές του σπιτιού. Μην είστε υπερπροστατευτικοί ή πάρα πολύ αυστηροί. Όλοι μας, παιδιά και ενήλικες, χρειάζεται να κάνουμε λάθη για να μάθουμε. Δώστε στα παιδιά σας την ελευθερία να μεγαλώσουν.

3. ΔΩΣΤΕ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ

Δώστε στο παιδί σας τις βάσεις για να κάνει υγιείς επιλογές μέσα στον κόσμο της σύγχυσης όπου ζούμε. Συζητήστε μαζί του τις αξίες και τις πεποιθήσεις σας . Διδάξτε με το παράδειγμα σας… Το παιδί μαθαίνει περισσότερο από αυτά που κάνετε παρά από αυτά που λέτε.

4. ΘΕΣΤΕ ΟΡΙΑ

Τα όρια δίνουν στο παιδί την αίσθηση της ασφάλειας. Θέστε δίκαια όρια και φροντίστε αυτά να τηρούνται. Χρειάζεται να είστε συνεπής (τηρείται την ίδια στάση κάθε φορά που το όριο παραβιάζεται) και σταθεροί (ένα όριο δεν αλλάζει παρά μόνο όταν αυτό απαιτείται, επειδή το παιδί μεγαλώνει) αλλά ποτέ υπερβολικοί.

5. ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

…όχι όμως τα ζητήματα του ζευγαριού!
Να είστε ειλικρινείς σε καταστάσεις όπως:
ΘΑΝΑΤΟΣ: Μην κρύβεται την θλίψη και τον πόνο. Μάθετε στο παιδί σας ότι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.
ΔΙΑΖΥΓΙΟ: Πείτε στο παιδί σας το «γιατί», διαφορετικά μπορεί να νοιώθει ένοχο για τον χωρισμό σας. Δείξτε του την αγάπη σας .
ΧΡΗΜΑΤΑ: Εξηγήστε του τι μπορείτε και τι δεν μπορείτε να αντέξετε οικονομικά και γιατί.

6. ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΑΣ

Τα παιδιά επηρεάζονται σημαντικά από τους συντρόφους τους στο παιχνίδι και πάντα προσπαθούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες και τα στάνταρ τους.
Δεν χρειάζεται να κάνετε ότι «κάνουν και οι άλλοι γονείς». Τα παιδιά θα σας σεβαστούν, επειδή έχετε τα δικά σας δεδομένα και τις δικές σας αρχές.
Μην προσπαθείτε να επιλέξετε τους φίλους του παιδιού σας. Συνήθως αυτό προκαλεί δυσανασχέτηση και αντίδραση.

7. ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙ

Μάθετε για τις εμπειρίες του παιδιού σας στο σχολείο. Ακούστε τι έχει να σας πει. Μιλήστε με δασκάλους, συμβούλους κλπ.
Μην πιέζετε το παιδί σας να επιτύχει. Τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν είναι χαλαρά.
Παραμερίστε τα εμπόδια στην μάθηση. Για παράδειγμα, φροντίστε να αντιμετωπίσετε κάθε πρόβλημα υγείας, όπως όρασης , μαθησιακές δυσκολίες κλπ.

8. ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Μιλήστε στο παιδί σας για τη δουλειά που κάνετε και πως έτσι συνεισφέρετε στο εισόδημα της οικογένειας. Αφιερώστε μέρος από τον ελεύθερο χρόνο σας, σε δραστηριότητες που μπορεί να μοιραστεί όλη η οικογένεια.

Αυτοί είναι 8 τρόποι, ιδέες, προτάσεις για μια καλύτερη συναισθηματική υγεία των παιδιών. Φυσικά κάθε γονιός, κάθε οικογένεια, τις προσαρμόζει στον δικό της τρόπο ζωής, σύμφωνα με το δικό τους σύστημα αξιών και αντιλήψεων. Γιατί πάνω από όλα, όλες τις ιδέες, τις προτάσεις και τις θεωρίες, είναι η αγάπη, η ευθύνη και τελικά η συνείδηση του καθενός μας, του γονιού χωριστά.

Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης «Επαφή». Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής & του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων

Πηγή: Η συναισθηματική υγεία του παιδιού και 8 τρόποι που την ευνοούν – iPaideia.gr


Τα σχολικά λάθη και πώς να αντιδρούμε σ’ αυτά

Τα σχολικά λάθη και πώς να αντιδρούμε σ’ αυτά

Το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου, είναι να φοβάσαι συνεχώς ότι θα κάνεις λάθος – Elbert Hubbard, Αμερικανός συγγραφέας

Τα λάθη όταν μαθαίνουμε κάτι καινούριο είναι αναπόφευκτα και μάλιστα ιδιαίτερα βοηθητικά γιατί μας δείχνουν που πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας για να τα διορθώσουμε. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους μαθητές δεδομένου πως καθημερινά έρχονται σε επαφή με τεράστιο αριθμό νέων δεδομένων. Έχουν να μάθουν ορθογραφία, πώς να λύνουν μαθηματικές πράξεις, την προπαίδεια, θεωρητικά μαθήματα και άλλα τόσα.

Και όμως, τις περισσότερες φορές οι μαθητές δεν αντιλαμβάνονται τα λάθη σαν ένα πολύτιμο εργαλείο που θα τα οδηγήσει στη μάθηση, αλλά σαν κάτι που προκαλεί ντροπή. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορούν να σκεφτούν το λάθος λογικά, αλλά το σκέφτονται συναισθηματικά. Η αίσθηση της ντροπής είναι συναίσθημα και προκαλεί τη λογική αντίδραση της αποφυγής στο ερέθισμα που την προκαλεί. Οπότε θα αποφύγουν να σηκώσουν το χέρι τους μέσα στην τάξη μήπως και γελοιοποιηθούν, θα αποφύγουν να διορθώσουν μήπως και δεν τα καταφέρουν, θα κρύψουν το τετράδιο και το τεστ μήπως και αντιμετωπίσουν την επικριτική στάση των γονιών.

Σε αυτή την αντίδραση συχνά συμβάλλουν και οι ίδιοι οι γονείς γιατί δεν θέλουν να βλέπουν και να ακούν τίποτε αρνητικό για τα παιδιά τους. Μπορεί για παράδειγμα να φτάσει το τετράδιο της ορθογραφίας στο σπίτι και η πρώτη αντίδραση αν δεν τα δουν όλα σωστά, να είναι αρκετά επικριτική και αποθαρρυντική για το παιδί. Ή μπορεί να τους ζητήσουν να πουν το μάθημα και αν παραλείψουν κάτι, να δείξουν απογοήτευση ακόμα και θυμό.

Το θέμα όμως είναι πως όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι μη αποτελεσματικές για κάποιον που θέλει να βελτιωθεί – και πιστέψτε με, κανένα παιδί δεν θέλει να μένει στάσιμο, τα παιδιά από τη φύση τους αναζητούν την πρόοδο μιας και από τη πρώτη στιγμή που έρχονται στον κόσμο είναι μαθητές της ίδιας της ζωής!

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμούνται οι γονείς, είναι πως τα αρνητικά σχόλια το μόνο που προσφέρουν είναι να μειώνουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού και να το κάνουν να αισθάνεται άσχημα με τον εαυτό του. Η στάση και τα λόγια των γονιών επομένως πρέπει να αποπνέουν θετικότητα για να κερδίσουν τα παιδιά από την παρέμβασή τους και να μάθουν απ’ αυτήν.

Στόχος των γονιών στο επικείμενο λάθος θα πρέπει να είναι να καθησυχάσουν το παιδί λέγοντάς του πως ακόμα κι αν δεν τα καταφέρουν σε κάτι τόσο καλά, είναι απόλυτα φυσιολογικό και αυτό που μετράει για αυτούς είναι η προσπάθεια, η ενασχόληση και η συμμετοχή.

Οι γονείς θα πρέπει να θυμούνται ακόμα, πως η παρέμβασή τους θα πρέπει να διορθώνει το λάθος και όχι το ποιο είναι το παιδί. Εκφράσεις όπως αδιάβαστος, κακός μαθητής, αδιάφορος, αποτρέπουν την ενασχόληση των μαθητών με το γνωστικό αντικείμενο. Το παιδί πρέπει να καταλαβαίνει πως έχει τη συνεχή αποδοχή μας, αλλά ταυτόχρονα να κατανοεί πως υπάρχει τρόπος να βελτιωθεί την επόμενη φορά.

Επίσης σημαντικό είναι να εστιάσουν την προσοχή τους στον τρόπο που δούλεψε το παιδί και να συζητήσουν εναλλακτικές μεθόδους αν δουν πως κάτι δεν απέδωσε όπως θα έπρεπε, ακόμα κι αν πήρε μια αρνητική αξιολόγηση ή χαμηλό βαθμό.

Όταν οι γονείς παρατηρήσουν ένα λάθος και θέλουν να βοηθήσουν το παιδί να το ξαναδεί για να το διορθώσει, πρέπει να είναι συγκεκριμένοι. Αν για παράδειγμα υπάρχουν λάθη στην ορθογραφία στις καταλήξεις των ρημάτων, θα πρέπει να εστιάσουν στην κατανόηση των κανόνων κι όχι να πουν απλά έχεις τέσσερις λέξεις λάθος, είσαι αδιάβαστος. Αν δεν δώσουν μια ολοκληρωμένη απάντηση στο μάθημα της Ιστορίας, θα πρέπει να εστιάσουν στη συγκεκριμένη πληροφορία ανατρέχοντας στο βιβλίο, κι όχι να πουν απλά πες το μάθημα απ’ την αρχή.

Από έρευνες αποδεικνύεται πως η σχολική επιτυχία εξαρτάται πρώτα από το πώς οι μαθητές χειρίζονται τα λάθη τους και όχι από το πόσο έξυπνοι είναι. Στόχος επομένως τόσο των γονιών όσο και των εκπαιδευτικών θα πρέπει να είναι να αλλάξουν τον τρόπο που νιώθουν τα παιδιά για αυτά εξασφαλίζοντας πρωτίστως τον υγιή συναισθηματικό τους κόσμο!


Οι ξένες γλώσσες διατηρούν νεανικό τον εγκέφαλο

Οι ξένες γλώσσες διατηρούν νεανικό τον εγκέφαλο

Σύμφωνα με μία νέα έρευνα, η εκμάθηση ξένων γλωσσών διατηρεί σε καλά επίπεδα την νοητική λειτουργία του εγκεφάλου ακόμη και σε μεγάλη ηλικία. Πέρα από την εκπαίδευσή του, ο εγκέφαλος συνεχίζει να είναι νεανικός με όσο περισσότερες γλώσσες μαθαίνουμε. Μήπως να σκεφτούμε ποια θα είναι η επόμενη;

Σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα η οποία δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση “Annals of Neurology”, οι άνθρωποι που μιλούν δύο ή περισσότερες γλώσσες σε προχωρημένη ηλικία, “προστατεύουν” την καλή νοητική τους λειτουργία. Το μυστικό κρύβεται στη συχνότητα που κάποιος χρησιμοποιεί την ξένη γλώσσα για να μιλήσει ή να διαβάσει, εκτός από την μητρική του.

Η μελέτη, με επικεφαλής τον δρ Τόμας Μπακ του Κέντρου Γνωστικής Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, έγινε σε 835 άτομα, τα οποία, ενώ είχαν κάνει το πρώτο τεστ νοημοσύνης σε ηλικία 11 ετών το 1947, το επανέλαβαν μετά τα 70 τους χρόνια, μεταξύ 2008 και 2010. Οι 262 γνώριζαν τουλάχιστον, μία ακόμη γλώσσα πέρα από την μητρική τους. Aπό αυτούς οι 195 είχαν μάθει την δεύτερη γλώσσα στα 18 τους, ενώ οι υπόλοιποι μετά την ενηλικίωσή τους.

Οι ξένες γλώσσες διατηρούν νεανικό τον εγκέφαλο

Οι ξένες γλώσσες διατηρούν νεανικό τον εγκέφαλο

Τα συμπεράσματα έδειξαν πως όσοι ήξεραν πάνω από δύο γλώσσες είχαν συγκριτικά, καλύτερες επιδόσεις στα νοητικά τεστ που έκαναν όταν ήταν ηλικιωμένοι, κυρίως στο επίπεδο γενικής νοημοσύνης και στην ικανότητα ανάγνωσης. Οι καλές επιδόσεις μάλιστα, δεν εξαρτήθηκαν από το εάν κάποιος έμαθε την δεύτερη ή τρίτη γλώσσα πριν ή μετά τα 18 του χρόνια.

Η νέα έρευνα λοιπόν, παρουσιάζει τους ανθρώπους που μιλούν δύο ή περισσότερες γλώσσες να εμφανίζουν μειωμένη έκπτωση των νοητικών τους λειτουργιών. Αυτό σημαίνει πως μία ξένη γλώσσα μόνο ευεργετικά, μπορεί να λειτουργήσει σε έναν άνθρωπο, καθώς επιβραδύνει σημαντικά την άνοια της τρίτης ηλικίας, διατηρώντας παράλληλα, νεανικό τον εγκέφαλο.

Μία ακόμη έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέρσι, στην Αμερική αποδεικνύει πως η γνώση μίας δεύτερης γλώσσας πέρα από την μητρική, αποτελεί μία μορφή ευεργετικής εκπαίδευσης για τον εγκέφαλο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η διγλωσσία επιδρά θεμελιωδώς στον εγκέφαλο και μεταβάλλει τον τρόπο που το νευρικό σύστημα αντιδρά στους ήχους. Όσοι γνωρίζουν δηλαδή, κι άλλη γλώσσα έχουν πιο αποδοτικό ακουστικό σύστημα και πιο ικανό να εστιάζεται αυτομάτως στα ηχητικά ερεθίσματα.

Κατά την διάρκεια των εργαστηριακών πειραμάτων, όταν ο χώρος κατακλύστηκε από ηχητικά ερεθίσματα και θορύβους, τα μέλη της ομάδας των ξενόγλωσσων τα κατάφεραν πολύ καλύτερα στο να επεξεργαστούν τους ήχους, να επικεντρωθούν στη φωνή του εκάστοτε ομιλητή και να αποκόψουν τους άλλους θορύβους στο υπόβαθρο.

Εάν λοιπόν, είμαστε διστακτικοί ως προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών, ας σκεφτούμε τα οφέλη που θα αποκομίσουμε κατά την εξάσκηση. Πέρα από την γνώση, η διγλωσσία ή η πολυγλωσσία διατηρούν σε καλή κατάσταση την νοητική λειτουργία του εγκεφάλου γιατί τον “γυμνάζουν” καλύτερα, αλλά ταυτόχρονα ο ίδιος εκπαιδεύεται και σε διάφορα ηχητικά ερεθίσματα. Μήπως να το ξανασκεφτούμε εάν έχουμε εγκαταλείψει την ιδέα να ξεκινήσουμε μία νέα γλώσσα;


Είναι τα αγγλικά ή τα κινέζικα η γλώσσα του μέλλοντος

BBC: Είναι τα αγγλικά ή τα κινέζικα η γλώσσα του μέλλοντος;

Η επικράτηση των αγγλικών σε χώρες όπως η Σινγκαπούρη, όπου αποτελεί την επίσημη γλώσσα και η Μαλαισία, όπου χρησιμοποιούνται ευρέως, απειλείται ολοένα περισσότερο από την άνοδο των μανδαρίνικων. Στη Σιγκαπούρη, το Κινεζικό Εμπορικό Επιμελητήριο Ινστιτούτο, τα τελευταία χρόνια προσφέρει μαθήματα κινεζικών για χρήση σε επιχειρήσεις.
Επιπλέον οι μαθητές διδάσκονται τα μανδαρίνικα και όχι τη τοπική κινεζική διάλεκτο χοκιέν που μιλούν οι γηραιότεροι κινέζοι μετανάστες. Τα μαθήματα, σύμφωνα με το BBC, είναι πολύ δημοφιλή, ειδικά αφότου η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης προσέφερε επιδοτήσεις στους κατοίκους για να μάθουν κινεζικά, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης το 2009. Ορισμένες επιχειρήσεις αναζητούν ήδη απεγνωσμένα άτομα που γνωρίζουν μανδαρίνικα: το άνοιγμα της Κίνας στη Σιγκαπούρη έχει ενισχύσει αυτήν την τάση.
Ο Λι Χαν Σιχ, ιδιοκτήτης μία εταιρείας multimedia, λέει ότι τα αγγλικά καθίστανται λιγότερο σημαντικά ως γλώσσα του εμπορίου και των επιχειρήσεων, επειδή οι πελάτες από τη Δύση μεταβαίνουν πάντα στην Κίνα για δουλειές. «Προφανώς πρέπει να γνωρίζεις αγγλικά αλλά πρέπει να γνωρίζεις και κινεζικά» σχολίασε ο κ. Λι. Καθώς η οικονομική ισχύς της Κίνας μεγαλώνει, ο ίδιος πιστεύει ότι τα μανδαρίνικα θα αντικαταστήσουν τα αγγλικά.
«Η παρακμή της αγγλικής γλώσσας πιθανώς ακολουθεί την παρακμή του αμερικανικού δολαρίου. Αν το ρενμινμπί γίνεται το επόμενο αποθεματικό νόμισμα πρέπει να μάθεις κινεζικά» προσέθεσε, υποστηρίζοντας ότι όλο και περισσότερο χώρες όπως η Βραζιλία και η Κίνα πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους σε ρενμινμπί και όχι σε δολάρια.
Ωστόσο, ο Μαζόζ Βόχρα, διευθυντής του Economist Intelligence Unit στην Ασία, υποστηρίζει ότι παρά την επιχειρηματική εξάπλωση της επιρροής της Κίνα στη νοτιοανατολική Ασία, είναι «τραβηγμένο» να λέμε ότι τα κινεζικά θα αντικαταστήσουν τα αγγλικά. Ακόμη και οι επιχειρήσεις στην Κίνα, που χρησιμοποιούν κυρίως την κινεζική γλώσσα, ψάχνουν διευθυντικά στελέχη που μιλούν και μανδαρίνικα και αγγλικά, ειδικά εάν θέλουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό.
Για τον ίδιο τον Βόχρα, το ερώτημα δεν είναι αν τα αγγλικά θα αντικατασταθούν από τα μανδαρίνικα αλλά αν θα συνυπάρξουν μαζί τους, προσθέτοντας ότι η διγλωσσία θα θριαμβεύσει στη Νοτιοανατολική Ασία.


Συμπτώματα μαθησιακών δυσκολιών σε νηπιαγωγείο και δημοτικό

Συμπτώματα μαθησιακών δυσκολιών σε νηπιαγωγείο και δημοτικό

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

1. Δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει σύνθετες και πολύπλοκες λέξεις.
2. Έχει προβλήματα με τους χρόνους των ρημάτων ή τις αντωνυμίες.
3. Παραλείπει συλλαβές ή καταλήξεις
4. Μιλάει κομπιαστά ψάχνοντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
5. Μπερδεύει την σειρά των γραμμάτων μέσα στην λέξη
6. Μπερδεύει ακουστικά παρόμοιες λέξεις π.χ. λέει ματηθής αντί μαθητής, σάλαθα νατί θάλασσα κ.λ.π 7. Οι προφορικές του εκφράσεις είναι ανώριμες συντακτικά και γραμματικά 8.
Δεν μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία με την σωστή σειρά των γεγονότων
9. Δυσκολεύεται να συσχετίσει αντικείμενα που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον με την ανάλογη ονομασία τους
10. Δεν καταλαβαίνει την έννοια της ομοιοκαταληξίας και της ακολουθίας
11. Όταν συλλαβίζει μπορεί να αποκωδικοποιεί σωστά τα γραφήματα, ενώ όταν προσπαθεί να διαβάσει την λέξη ολόκληρη την λέει λάθος
12. Δεν ξέρει που τονίζονται οι λέξεις και πώς να χρησιμοποιεί τα σημεία στίξης
13. Δεν ξεχωρίζει τα γράμματα μεταξύ τους
14. Δεν μπορεί να καταλάβει παιχνίδια με λέξεις και γράμματα

ΓΡΑΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

1. Δυσκολεύεται να ζωγραφίσει ή να φτιάξει ορισμένα σχήματα.
2. Δυσκολεύεται να γράψει το όνομά του και παρουσιάζει δείγματα στρεφοσυμβολισμού και καθρεπτικής γραφής
3. Αντιστρέφει, μεταθέτει γράμματα ή συλλαβές
4. Προσθέτει, παραλείπει γράμματα ή συλλαβές
5. Δεν ξέρει να βάζει τόνους
6. Δεν βάζει σημεία στίξης
7. Κολλάει τις λέξεις μεταξύ τους
8. Ακατάστατη και ακαταλαβίστικη γραφή
9. Λάθη στην αντιγραφή από τον πίνακα
10. Λάθη αδικαιολόγητα και διαφορετικά στην ορθογραφία

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

1. Έχει δυσκολία στην εκτέλεση έργων που προϋποθέτουν προσανατολισμό στο χώρο και στον χρόνο.
2. Συγχέει το δεξιά – αριστερά, βορράς – νότος, χθες – αύριο.
3. Δυσκολεύεται να διαβάσει σωστά τον χάρτη ή να μάθει την ώρα.
4. Τα προβλήματα προσανατολισμού επηρεάζουν ακόμη καθημερινές λειτουργίες όπως την διαδικασία που φοράει τα ρούχα του, που δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του, και γενικότερα έχει πρόβλημα στην επίγνωση του χρόνου.
5. Δεν μπορεί να επαναλάβει με την σωστή σειρά τις μέρες τις εβδομάδες, τους μήνες, την προπαίδεια.
6. Έχει δυσκολία στην αντιγραφή κινήσεων του γυμναστή όταν αυτός αντικρίζεται κατά πρόσωπο.

ΜΝΗΜΗ

1. Δυσκολεύεται να θυμηθεί και συνεπώς να εκτελέσει μια σειρά προφορικών εντολών, να πει τους μήνες με την σειρά, να αριθμήσει τους ζυγούς, να μάθει την προπαίδεια.
2. Δυσκολεύεται να μάθει ημερομηνίες, τοποθεσίες, ονόματα, χώρες, πρωτεύουσες.
3. Έχει ανεπάρκεια βραχύχρονης και μακροπρόθεσμης μνήμης, που έχει σαν αποτέλεσμα να ξεχνά τις οδηγίες του δασκάλου, τις εργασίες που έχει να κάνει για το σχολείο, που είναι τα πράγματά του.


ξένες-γλώσσες-διαβατήριο-για-μία-θέση-εργασίας-φροντιστήριο-δυάδα-2017

Οι ξένες γλώσσες «διαβατήριο» για μία θέση εργασίας

Αναμφίβολα, τα τελευταία χρόνια, οι ξένες γλώσσες αποτελούν σημαντικό διαβατήριο για να ενταχθεί κάποιος στην αγορά εργασίας, γιατί προσφέρουν μεγαλύτερο εύρος επικοινωνίας τόσο στο εργασιακό περιβάλλον, όσο και στο χειρισμό υπαρχόντων και εν δυνάμει πελατών. Μάλιστα στις μέρες μας, η μία γλώσσα δεν αρκεί, είναι απαραίτητες οι δύο ξένες γλώσσες. Ενώ, την ίδια στιγμή, οι νέοι άνθρωποι προχωρούν στην εκμάθηση και τρίτης ξένης γλώσσας, για να διευρύνουν τις πιθανότητες επαγγελματικής αποκατάστασης. Αναλογισθείτε πως πλέον η μεγαλύτερη πλειοψηφία των νέων υποψηφίων γνωρίζει χειρισμό Η/Υ, έχει ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση και γνωρίζει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνήθως Αγγλικά. Έτσι, εφόσον ο εν λόγω υποψήφιος δεν διαθέτει μεγάλη προϋπηρεσία –κάτι το οποίο είναι αναμενόμενο λόγω του νεαρού της ηλικίας- πρέπει να μπορεί να διαφοροποιήσει το βιογραφικό του σημείωμα και αυτό το πετυχαίνει επενδύοντας σε περισσότερες της μίας γλώσσες. Ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις, τα αντίστοιχα κέντρα και κολέγια εκμάθησης ξένων γλωσσών, όπως και το δικό μας, δίνει στον υποψήφιο ένα σημαντικό οικονομικό αντιστάθμισμα εφόσον επιλέξει να εκπαιδευθεί σε περισσότερες από μία γλώσσες.

Τώρα οι γλώσσες που οι εταιρείες θεωρούν περιζήτητες είναι κατά κύριο λόγο τα αγγλικά, που εξακολουθούν να κατέχουν την πρωτοκαθεδρία. Η γνώση των αγγλικών και μάλιστα σε άριστο γνωστικό επίπεδο δεν θεωρείται πλέον επιθυμητή αλλά απαιτείται από τις επιχειρήσεις σε ποσοστό που αγγίζει σχεδόν το 100%. Παράλληλα, όμως με την Αγγλική ζητούνται και οι ακόλουθες γλώσσες: η Γαλλική γλώσσα, η Γερμανική, η Ισπανική και η Ιταλική γλώσσα.

Όμως, το τελευταίο διάστημα, ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ζήτηση της Κινεζικής γλώσσας -ας μην ξεχνούμε πως η Κίνα είναι η υπερδύναμη της επόμενης δεκαετίας-, της Αραβικής και αρκετά πλέον και της Ρωσικής γλώσσας. Οι προοπτικές συνεργασίας του ελληνικού κράτους, αλλά και του επιχειρηματικού κόσμου με αυτές τις χώρες, είναι κίνητρο για την επιλογή εκμάθησης των αντίστοιχων γλωσσών. Φυσικά το να εργαστεί κάποιος σε ανάλογο περιβάλλον, όπως για παράδειγμα στη Μέση Ανατολή, τα Αραβικά Εμιράτα, την Κίνα κ.α., αυτό μπορεί να καλυφθεί με πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας, αλλά σίγουρα η εντόπια γλώσσα, καλύπτει τις ανάγκες της καθημερινής  επικοινωνίας και οπωσδήποτε τις κοινωνικές επαφές και κατά κάποιο τρόπο και τις δημόσιες σχέσεις. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Τουρκική, την Κινεζική και τις υπόλοιπες πιο ειδικές γλώσσες. Όμως σήμερα σε μία τόσο ανταγωνιστική και παγκοσμιοποιημένη αγορά, τόσο οι νέοι άνθρωποι όσο και οι επαγγελματίες έχουν αντιληφθεί πώς μόνο με την καλή χρήση της Αγγλικής γλώσσας δεν διαφοροποιούν αισθητά το βιογραφικό τους σημείωμα. Καταλαβαίνουν ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω. Θέλοντας, λοιπόν, να γίνουν περισσότερο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας επενδύουν και σε μία δεύτερη γλώσσα, η οποία συνήθως είναι τοπική γλώσσα, χωρών που, στην παρούσα φάση, παρουσιάζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και προσελκύουν διεθνείς επενδύσεις.


Ξένες γλώσσες και παιδί: Ποια είναι η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει;

Ξένες γλώσσες και παιδί: Ποια είναι η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει;

Σε μια κοινωνία σαν κι αυτή που ζούμε, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική, οι ξένες γλώσσες έχουν γίνει απαραίτητο μέσο επιβίωσης για το σύγχρονο άνθρωπο. Σε ποια ηλικία, όμως, πρέπει τα παιδιά να αρχίζουν την εκμάθησή τους; Με ποιον τρόπο και πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς;

Οι σημερινοί μαθητές θα ζήσουν σε μια κοινωνία όπου θα επικρατεί κινητικότητα εργαζομένων και επιστημόνων. Η κοινωνία αυτή θα έχει διεθνή χαρακτήρα, είναι ήδη διαφορετική από αυτή που βιώσαμε εμείς, και μέσα σε αυτό τον κόσμο η καλή γνώση τουλάχιστον μίας ξένης γλώσσας θα είναι πλέον όρος επιβίωσης. Για το λόγο αυτόν, η χρησιμότητά τους κρίνεται απαραίτητη σε όλο και μικρότερες ηλικίες, πράγμα που προκαλεί πολλά και σημαντικά ερωτήματα, αφού κοινός στόχος όλων είναι η καλύτερη μετάδοση των γνώσεων, χωρίς ψυχολογική επιβάρυνση ή άλλες επιπτώσεις στη γενικότερη πρόοδο των παιδιών.
Η σημασία της μητρικής γλώσσας
Το παιδί αποκτά τις γλωσσικές του συνήθειες στη μητρική γλώσσα έως τα 8 του χρόνια. Από την ηλικία αυτή και μετά, αρχίζει να λειτουργεί μέσα από διαδικασίες νοητικές: Αναλύει και συγκρίνει – μέσα από το φίλτρο της μητρικής γλώσσας -, γεγονός που λειτουργεί αρνητικά στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Έρευνες υποστηρίζουν ότι μετά τον ένατο χρόνο, η μητρική γλώσσα αποτελεί το μοναδικό μέσο έκφρασης και σκέψης και λειτουργεί ασυνείδητα ως ένα «αμυντικό» σύστημα, που ορθώνεται σαν τείχος στην παρουσία της ξένης γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από τότε και μετά, τα παιδιά δυσκολεύονται πολύ να προφέρουν σωστά μια ξένη λέξη, αφού τα ακουστικά μηνύματα στην ξένη γλώσσα «φιλτράρονται» από τη μητρική.
Η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσουν μαθήματα

Σύμφωνα με την άποψη πολλών εκπαιδευτικών, η κατάλληλη ηλικία για να έρθει ένα παιδί σε μια πρώτη επαφή με μια ξένη γλώσσα είναι η προσχολική. Για να ξεκινήσει ουσιαστικά την εκμάθησή της, είναι μετά τη Β΄ Δημοτικού, όταν θα έχει ήδη καταφέρει να αποκτήσει μια γενική γνώση της μητρικής του γλώσσας. Θα γνωρίζει καλά από γραφή και ανάγνωση, ενώ θα έχει έρθει σε επαφή με άλλα γραμματικά φαινόμενα, και έτσι θα μπορεί να αφομοιώσει και μια ξένη γλώσσα.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, τα παιδιά διαθέτουν μια φυσική ευφυΐα για τη γλώσσα και παράλληλα μια έμφυτη ικανότητα να παράγουν σύνθετους γλωσσικούς συνδυασμούς, μέσα από τον πειραματισμό και το παιχνίδι. Η φυσική γλωσσική ευφυΐα του παιδιού χρειάζεται γονεϊκή στήριξη και ερεθίσματα, για να ανθίσει και να ευδοκιμήσει. Γονείς που δεν ασχολούνται πολύ με τα παιδιά τους, δεν συζητούν μαζί τους, οι εντάσεις μέσα στο σπίτι, η έλλειψη οργάνωσης και προγράμματος, είναι παράγοντες που δεν ευνοούν την ανάπτυξη ενός πλούσιου λεξιλογίου. Έτσι, όσο περισσότερες γνώσεις έχει αποκτήσει ένα παιδί στη μητρική του γλώσσα, που είναι άλλωστε και το «εργαλείο» για να περάσει σε μια δεύτερη, τόσο πιο εύκολο είναι να κατανοήσει και να μάθει μια ξένη γλώσσα.

Από δύο έως περίπου οκτώ ετών, τα παιδιά ακούνε, βλέπουν, γεύονται, μιμούνται, και με αυτό τον τρόπο μαθαίνουν καλύτερα. Σε αυτή, λοιπόν, την ηλικία είναι πολύ εύκολο να αρχίσουν να μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα, και μάλιστα πολύ γρήγορα, με το τραγούδι, το ποίημα και το παιχνίδι (όπως μαθαίνουν, άλλωστε, και τη μητρική τους), χρησιμοποιώντας δηλαδή το συναίσθημα και τις αισθήσεις. Όμως, όταν λέμε να μαθαίνουν, δεν εννοούμε να κάνουν μαθήματα ξένης γλώσσας.

Η νηπιακή και προσχολική ηλικία είναι μια καλή περίοδος για να αρχίσουν να έρχονται απλώς σε επαφή με μια ξένη γλώσσα και να τη μαθαίνουν εμπλουτίζοντας το λεξιλόγιό τους με ξένες λέξεις. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα πρέπει η γνώση να «μεταφέρεται» στο παιδί αυτής της ηλικίας (προσχολικής) ως μάθημα και μάλιστα υποχρεωτικό. Αν για το παιδί είναι ένα ακόμα παιχνίδι, έχουμε πολλές πιθανότητες να αγαπήσει την ξένη γλώσσα και να τη μάθει με μεγαλύτερη ευκολία αργότερα. Η πίεση, ίσως φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Και βέβαια, κάθε παιδί έχει τη δική του ωρίμανση, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις του, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από την έναρξη της διδασκαλίας της ξένης γλώσσας.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς
Οι γονείς που γνωρίζουν μια ξένη γλώσσα, μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στα παιδιά τους, ώστε να εξοικειωθούν στην αρχή με τη γλώσσα αυτή και να εμπλουτίσουν αργότερα σιγά – σιγά το λεξιλόγιό τους, συμπληρώνοντας έτσι το έργο του δασκάλου.
Αν το παιδί σας είναι βρεφικής/προσχολικής ηλικίας:

 – Τραγουδήστε του στην ξένη γλώσσα ή αφήστε το να ακούσει άλλους να τραγουδούν. Παίξετε παιχνίδια και ασχοληθείτε με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την ξένη γλώσσα.

 – Διαβάστε ξενόγλωσσα βιβλία μαζί του. Υπάρχουν πολλά όμορφα παραμύθια με εικόνες, που διευκολύνουν το παιδί να καταλάβει την ιστορία που ακούει στην ξένη γλώσσα. Συζητήστε μετά για το παραμύθι, εστιάζοντας και επαναλαμβάνοντας λέξεις – κλειδιά στην ξένη γλώσσα και αναπτύσσοντας την ιστορία και στα Ελληνικά.

 – Επιλέξτε βιβλία που κεντρίζουν τις αισθήσεις. Ο στόχος σας δεν πρέπει να είναι μόνο η αναγνώριση των γραμμάτων ή των λέξεων, αλλά και η εξοικείωση του παιδιού με την ξένη γλώσσα και η ανάπτυξη ενδιαφέροντος για να τη μάθει μεγαλώνοντας.

 – Πολύ καλή ιδέα είναι και κάποιες καρτούλες με ξενόγλωσσες λέξεις, που συνοδεύονται από την αντίστοιχη φωτογραφία. Φροντίστε να τις διαβάσετε συχνά στο παιδί, παίζοντας παράλληλα μαζί του το παιχνίδι της μνήμης. Μην ξεχνάτε ότι η επανάληψη αποτελεί την αρχή της βασικής μάθησης.
Αν το παιδί σας πηγαίνει σχολείο:

 – Επιλέξτε ένα φροντιστήριο που υιοθετεί σύγχρονες μεθόδους εκμάθησης, κεντρίζοντας το ενδιαφέρον των μαθητών με δημιουργικές, βιωματικές, πολυαισθητηριακές δραστηριότητες, όπως δραματοποίηση κειμένων κλπ.

 – Αν το παιδί σας είναι σε ηλικία που έχει άνεση στο γραπτό λόγο, παροτρύνετέ το να αλληλογραφήσει με παιδιά από άλλες χώρες. Τα παιδιά επικοινωνούν γρήγορα και εύκολα μεταξύ τους, πράγμα που διευκολύνει την ταχύτερη εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Αν έχετε τη δυνατότητα, καλέστε και φιλοξενήστε τον «ξένο» φίλο του μερικές μέρες το καλοκαίρι.

 – Κάντε ένα ταξίδι για λίγες μέρες στη χώρα όπου μιλάνε τη γλώσσα που έχει επιλέξει το παιδί σας. Έτσι, θα έχει την ευκαιρία να έχει άμεση επαφή με τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την καθημερινότητα των ανθρώπων εκεί, να επικοινωνήσει μαζί τους και να παρακολουθήσει παιδικές θεατρικές παραστάσεις, επισκέψεις σε μουσεία και ιστορικούς χώρους.
Τα παιδιά με δυσλεξία μπορούν να μάθουν ξένες γλώσσες;
Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να έχουμε στο νου είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν πιέζουμε ένα παιδί να ξεκινήσει να μαθαίνει μια ξένη γλώσσα – πόσο μάλλον κάποιο που έχει ειδικές μαθησιακές ανάγκες, όπως δυσλεξία – από έναν εκπαιδευτικό χωρίς την ανάλογη εξειδίκευση. Η πίεση που συχνά δέχονται αυτά τα παιδιά από γονείς και δασκάλους μπορεί να τους δημιουργήσει πρόσθετα ψυχολογικά προβλήματα, όπως χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυξημένο φόβο αποτυχίας κλπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα παιδί με δυσλεξία θα στερηθεί τη γνώση μιας ξένης γλώσσας. Αντιθέτως, μπορεί να διδαχτεί ακόμα και την Αγγλική (που θεωρείται η πιο «δυσλεξική» ξένη γλώσσα, μιας που άλλα γραφούμε και άλλα διαβάζουμε), αρκεί ο εκπαιδευτικός/ειδικός παιδαγωγός να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος, ώστε η διδασκαλία του να είναι βιωματική, δημιουργική, δομημένη και οργανωμένη γύρω από τον τρόπο μάθησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που οι μαθητές με ειδικές μαθησιακές ανάγκες διδάσκονται την ξένη γλώσσα από εξειδικευμένους καθηγητές, μπορούν να ξεκινήσουν την εκμάθησή της ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, για καλύτερα αποτελέσματα.
Δεύτερη ξένη γλώσσα;
Πάντα οι γονείς έχουν το άγχος για το «κάτι παραπάνω». Έτσι, αναρωτιούνται πότε θα μπορούσε το παιδί τους να μάθει και μια δεύτερη ξένη γλώσσα. Συνήθως, η ένταξη μιας δεύτερης ξένης γλώσσας γίνεται στην Ε΄ Δημοτικού, υπό την προϋπόθεση ότι το παιδί έχει εκφράσει την επιθυμία του να μάθει και μια δεύτερη γλώσσα και έχει αποφασίσει μόνο του ποια θα είναι. Εσείς μπορείτε να το συμβουλέψετε, αλλά όχι να επιβάλετε την άποψή σας.